Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Μεσαίωνας

Ένα ανέκδοτο θάρρους βγαλμένο από την Ιστορία, το Skyrim και το Game of Thrones τότε που οι δράκοι πετούσαν στους ουρανούς και οι ιππότες έδειχναν τι σημαίνει αντρίλα και έλυναν τις διαφορές τους με τα ξίφη και όχι στο pro, ο ένας Barca και ο άλλος Real...

Ήταν ο άσπρος ιππότης σε ένα δωμάτιο στο κάστρο του. Ξαφνικά, πάει στις σκάλες και αρχίζει κατεβαίνει, κατεβαίνει, κατεβαίνει, κατεβαίνει, φτάνει στην αυλή. Περπατά. περπατά, περπατά φτάνει στον στάβλο. Ανεβαίνει στο πιστό του άλογο τον Ντορή και αρχίζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, βγαίνει έξω από την πόλη. Καθώς καλπάζει τον επιτίθενται μια ομάδα ληστές. Κατεβαίνει από το άλογο, χρατς χρουτς τους σκοτώνει. Ανεβαίνει ξανά στον Ντορή και αρχίζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, φτάνει στο μαγεμένο δάσος.

Προχωράει, προχωράει , προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, συναντά μια μάγισσα. Αυτή του επιτιθεται. Κατεβαίνει από τον άλογο και χρατς χρουτς ζινγκ την ρίχνει. Ανεβαίνει στο άλογο. Προχωράει, προχωράει , προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, συναντά μια ομάδα γκόμπλιν. Όπως ήταν πάνω στον Ντορή χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, τα σκοτώνει όλα. Προχωράει, προχωράει , προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, και βγαίνει από το δάσος, στους πρόποδες τους παγωμένου βουνού.

Κατεβαίνει από τον Ντορή και αρχίζουν μαζί σιγά σιγά να ανηφορίζουν. Ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, και τους επιτίθεται ένα γιέτι. Όπως ήταν αρπάζει το ξίφος και χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, γκαπ, γκουπ, το ρίχνει. Συνεχίζουν να ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν και φτάνουν στην κορυφή του παγωμένου βουνού. Σταματάνε να πάρουν μία ανάσα. Παίρνει μια ανάσα ο Ντορής, δύο ανάσες ο ιππότης, μια ανάσα ο Ντορής, δύο ανάσες ο ιππότης και αρχίζουν να κατηφορίζουν. Κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, συναντάνε ένα παγοτρολλ. Πιάνει το σπαθί του ο ιππότης και χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, γκαπ, γκουπ, κρατς, κρουτς, το ρίχνει. Συνεχίζουν να κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν και φτάνουν σε μια μεγάλη πεδιάδα.


Ο ιππότης ανεβαίνει στο άλογο και αρχίζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει. Συναντά μια αγέλη από τσακάλια και αυτά του επιτίθονται. Βγάζει το σπαθί του και όπως ήταν πάνω στο άλογο κζιν, κζαν, κζιν, κζαν, κζιν, κζαν, τα τεμαχίζει. Συνεχίζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, φτάνει σε μια παραλία.

Κατεβαίνει από το άλογο και το δένει σε ένα δέντρο. Βγάζει το κράνος. Βγάζει την προστασία από το αριστερό χέρι. Βγάζει την προστασία από το δεξί χέρι. Βγάζει την αριστερή μπότα. Βγάζει την δεξιά μπότα. Βγάζει το πάνω μέρος της πανοπλίας. Βγάζει το κάτω μέρος της πανοπλίας. Μένει με το σλιπ του κόναν. Κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά και μπλουμ βουτάει μέσα στην θάλασσα. Κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, και φτάνει σε ένα νησάκι.

Βγαίνει από το νερό, κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, και αρχίζει περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά, περπατά προς την ενδοχώρα. Φτάνει σε μια σπηλιά με λίγο φωτισμό. Αρχίζει περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά, περπατά προσεχτικά φτάνει σε μια τούμπα χώμα.

Όπως ήταν καταϊδρωμένος αρχίζει σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, σκάβει, και βρίσκει ένα μπαούλο. Ανοίγει το μπαούλο, έχει μέσα ένα άλλο μπαούλο. Ανοίγει το μπαούλο, έχει μέσα ένα άλλο μπαούλο. Ανοίγει το μπαούλο, έχει μέσα ένα άλλο μπαούλο. Ανοίγει το μπαούλο, έχει μέσα ένα άλλο μπαούλο.

Ξαφνικά κλείνει το μπαούλο. Κλείνει το μπαούλο. Κλείνει το μπαούλο. Κλείνει το μπαούλο. Κλείνει το μπαούλο. Αρχίζει τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά, τρέχει προσεχτικά μέσα στην σπηλιά ώσπου βλέπει το φως του ήλιου. Βγαίνει από την σπηλιά και τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει, και φτάνει στην παραλία. Βουτάει στο νερό και αρχίζει κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει.

Φτάνει εκεί που είχε αφήσει τα πράγματά του. Βάζει το κάτω μέρος της πανοπλίας. Βάζει το πάνω μέρος της πανοπλίας. Βάζει την δεξιά μπότα. Βάζει την αριστερή μπότα. Βάζει την δεξιά προστασία για το χέρι. Βάζει την αριστερή προστασία για το χέρι. Βάζει το κράνος. Λύνει το άλογο, το καβαλικεύει και αρχίζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει. Συναντά μια αγέλη λιοντάρια. Όπως είναι πάνω από το άλογο βγάζει το σπαθί και κζιν, κζιν, κζιν, κζιν, κζα, γραπ, χλατς τα σκοτώνει όλα. Καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει και φτάνει στους πρόποδες του παγωμένου βουνού.

Κατεβαίνει από το άλογο και αρχίζουν μαζί σιγά σιγά να ανηφορίζουν. Ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, και τους επιτίθεται μια τίγρη της Σιβηρίας. Πιάνει το σπαθί ο ιππότης και χρατς, χρουτς, χρατς, χρουτς, κζιν, μπαμ την σκοτώνει. Ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν Ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν, ανηφορίζουν και φτάνουν στην κορυφή του βουνού. Σταματάνε να πάρουν μια ανάσα. Παίρνει μια ανάσα ο Ντορής, δύο ανάσες ο ιππότης, παίρνει μια ανάσα ο Ντορής και την ώρα που πάει να πάρει ανάσα ο ιππότης ένας δράκος εμφανίζεται. Πιάνει το ξίφος ο ιππότης και μπαμ, κζαν, γκτικ, γριλ, ζαργκ, βρουμ, ταου, τζουφ, νιαου, μαο μαο, γλουπ, φραστ, σιαρτ, πατ, χρουτς, γκλικ, γαβ, πριτς, μπαμ, κζαν, γκτικ, γριλ, ζαργκ, βρουμ, ταου, τζουφ, νιαου, μαο μαο, γλουπ, φραστ, σιαρτ, πατ, χρουτς, γκλικ, γαβ, πριτς, μπαμ, κζαν, γκτικ, γριλ, ζαργκ, βρουμ, ταου, τζουφ, νιαου, μαο μαο, γλουπ, φραστ, σιαρτ, πατ, χρουτς, γκλικ, γαβ, πριτς, σκοτώνει τον δράκο. Παίρνει τον Ντορή και αρχίζουν να κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν, κατηφορίζουν και φτάνουν ήσυχα στους πρόποδες του βουνού.

Ο ιππότης καβαλάει τον Ντορή και μπαίνει αποφασισμένος στο μαγεμένο δάσος. Προχωράει, προχωράει , προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, και συναντά ένα σκελετό. Κατεβαίνει από το άλογο και κτακ, κτουκ, κτακ, κτουκ, κτακ, κτουκ, κτακ, κτουκ, κτακ, κτουκ, τον ρίχνει. Ανεβαίνει στο άλογο και προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει , προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει, προχωράει και βγαίνει από το δάσος.

Ρίχνει μια καλή σπιρουνιά και ο Ντορής, ως άλλο αλογάκι της φερράρι κάνει μια σούζα και αρχίζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει και φτάνει έξω από την πόλη. Εκεί είχαν ανασυνταχθεί οι ληστές. Κατεβαίνει από το άλογο ο ιππότης και χρατς χρουτς, χρατς χρουτς τους σκοτώνει. Ανεβαίνει στον Ντορή και καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει, καλπάζει και φτάνει στο κάστρο του. Αφήνει τον ντορή στον στάβλο και αρχίζει τρέχει, τρέχει και μπαίνει στο σε ένα κτήριο. Ανεβαίνει σκάλες, ανεβαίνει σκάλες, ανεβαίνει σκάλες, ανεβαίνει σκάλες, ανεβαίνει σκάλες, ανεβαίνει σκάλες, ανεβαίνει σκάλες, φτάνει στο αρχικό δωμάτιο. Πάει στον τοίχο και λέει:
“Φτου φτου, ένας Γονεφρίδος μέσα στο μπαούλο …”


Και για όσους αναρωτιούνται, το Γονεφρίδος είναι όνομα και το συναντάμε στους αρχηγούς των σταυροφοριών του Μεσαίωνα. Δεν ήταν ένας, αλλά πολλοί οπότε πάρτε δύο πρόχειρους:
Του Μπουιγιόν και ο Βιλλεαρδουίνος!
.