Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο κλώνος του Λούκι

Ηλιοβασίλεμα στην Άγρια δύση. Η νύχτα είναι έτοιμη να ακολουθήσει την μεγάλη και κοπιαστική μέρα. Στην μικρή πόλη τα μαγαζιά κλείνουν ένα ένα και το σαλούν γεμίζει κόσμο. Από μακρυά ξεπροβάλει σκόνη και μια φιγούρα μέσα της. Είναι ένας ακόμα φτωχός και μόνος καουμπόης που ταξίδευε όλη μέρα. 

Φτάνει έξω από το σαλούν και κατεβαίνει από το άλογό του. Το δένει στην ποτίστρα, πριν πάει μέσα, σηκώνει την ουρά και του δίνει ένα φιλί στον κώλο. Οι θαμώνες του σαλούν, που τον έβλεπαν μέσα από τα παράθυρα, έμειναν έκπληκτοι. Μπαίνει λοιπόν μέσα στο σαλούν ο τύπος και κάθεται στο μπαρ. Ένας θαμώνας αρπάζει το ποτό του και πάει και κάθεται δίπλα του:
-Γεια σου ξένε.
-Φς* ... γεια σου και σένα.
-Δεν ξέρω από που είσαι αλλά αυτό που έκανες στο άλογο είναι πολύ περίεργο. Γιατί το έκανες?
-Φςς .... σκασμένα χείλη.
-Και τι σχέση έχουν αυτά με το να φιλάς τον κώλο του αλόγου σου?
-Φςς ... με κρατάει από το να τα γλύφω.

*Φς: Η πρόταση διαβάζεται με μάγκικο στυλ.