Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Πεντάγραμμο

Ο Κλεάνθης δούλευε μέχρι αργά στην μικρή επιχείρηση που έχει στην Καβάλα. Έχει περάσει από εννιά και τα υπόλοιπά μαγαζιά έχουν κλείσει. Ξαφνικά χτυπάει το κινητό του, τον παίρνει τηλέφωνο ο φίλος του ο Ναθαναήλ:
-Που είσαι ρε?
-Ακόμα στο μαγαζί ... πρέπει να τελειώσω με κάτι παραγγελίες.
-Άντε τελείωνε ρε βλάκα, στις 10 θα βγει το κεμπάπ, είμαστε 30 άτομα, δεν πρόκειται να περισσέψει τίποτα.
-Γαμώτο, πως πέρασε έτσι η ώρα!
-Άντε κλειστά και έλα ρε, θυμάσαι πως να έρθεις στο κτήμα? Βγαίνεις και παίρνεις την παλιά εθνική προς Σαλονικη και ...
-Ναι ναι ξέρω ... στις 10 θα είμαι εκεί.

Κλείνει το τηλέφωνο ο Κλεάνθης και θυμάται πως σήμερα ήταν το ψήσιμο που λέγαν πριν πόσο καιρό με την παρέα. Τι να κάνει, δεν γινόταν να χάσει τέτοιο γλέντι, τελειώνει μπαμ μπαμ τις παραγγελίες, μπαίνει στο αυτοκίνητο και πάει κατευθύνεται προς το κτήμα του Ναθαναήλ. Στο δρόμο συνειδητοποιεί πως είχαν κανονίσει ο καθένας να φέρει από ένα ποτό και αυτός πάει με άδεια χέρια. Για καλή του τύχη λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη βρίσκει μια κάβα. Σταματάει, μπαίνει και μπαίνει μέσα. Τότε η πωλήτρια των καλοσωρίζει:
-Καλησπέρα σας κύριε, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω.
-Θέλω μια  κάσα μπύρες!
-Τι μάρκα προτιμάτε?, Έχουμε Χάινε..
-Ναι ναι αυτές, πόσο έχουν?

Χτυπάει τις μπύρες στην ταμειακή η πωλήτρια και ο Κλεάνθης βγάζει το πορτοφόλι να πληρώσει. Τότε παρατηρεί το όνομα της κάβας χαραγμένο στον μπάγκο. Η επιγραφή έλεγε Κάβα "Σολ". Παρεξενεύεται και ενώ δίνει τα λεφτά λέει:
-Μια ερώτηση, γιατί είπατε την κάβα Σολ?
-Που είναι το περίεργο, αφού είμαστε λίγο πριν την Καβάλα ...