Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Τα Ρεμάλια

Ο Μίλτος σπούδαζε στην πόλη του. Μια φορά γυρνάει ξημερώματα στο σπίτι, ψιλομεθυσμένος, μετά από ένα γλέντι με τους συμφοιτητές του. Με το που ανοίγει την πόρτα τον περιμένει η μάνα του αγριεμένη, με τον κλώστη στο χέρι:
-Καλά ρε αχαΐρευτε, τι ώρα είναι αυτή?
-Ρε μάνα, με τα παιδιά ήμουν έξω και ήπιαμε ένα ποτάκι
-Τι ποτάκι ρε μπανάτα, που βρωμάς ολόκληρος τσίπουρο. Πόσα μπουκάλια ήπιατε
-Ρε μάνα ....
-Και τι εμφάνιση είναι αυτή ανοιχτά πουκάμισα, πεσμένα παντελόνια. Ουστ! Φύγε!
-Ρε μάνα άσε με να περάσω και τα λέμε αύριο όταν ξυπνήσω ...
-Δεν περνάς σπίτι σε αυτά τα χάλια. Να πας να κοιμηθείς στο πατάκι.
Τον ρίχνει μια στις πλάτες η μάνα με τον κλώστη και τον κλείνει την πόρτα στα μούτρα.

 Την επόμενη μέρα ξυπνάει το πρωί η κυρα Θοδώρα, ανοίγει την πόρτα και δεν βλέπει πουθενά τον Μίλτο. Κοιτάει στην αποθήκη, τίποτα. Κοιτάει μήπως κοιμήθηκε στο αυτοκίνητο, ούτε εκεί ήταν. Αρχίζει παίρνει τηλέφωνα. Πρώτα παίρνει στην αδερφή της. Ο Μίλτος δεν ήταν εκεί. Μετά παίρνει στην νονά του. Και εκεί τίποτα. Αφού ξεσήκωσε όλο το σόι παίρνει τηλέφωνο στον συμφοιτητή του από την Κρήτη:
-Γεια σου Μανωλιό, η μάνα του Μίλτου είμαι.
-Τι κάνετε κυρα Θοδώρα?
-Μια χαρά παιδάκι μ', μια ερώτηση θα σε κάνω, είδες καθόλου τον Μίλτο?
-Ναι ήμασταν μαζί χθες και μετά ήρθε και κοιμήθηκε εδώ.